Κατάταξη προβλημάτων τα οποία συναντώνται στην Ελληνική Χημική Ονοματολογία και Ορολογία

Ευσταθίου Κωνσταντίνος

Καθηγητής, Τμήμα Χημείας, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Πανεπιστημιούπολη Ζωγράφου, 15784 Αθήνα

Παρουσίαση στο 1ο Πανελλήνιο Συνέδριο Ονοματολογίας & Ορολογίας της Χημείας, 22 Φεβρουαρίου 2014, ΕΕΧ.

Συχνά η ελληνική απόδοση πολλών παλαιών και νέων χημικών όρων και ονομασιών αποτελεί ένα πρόβλημα – πρόκληση. Τα προβλήματα αυτά –κάποια παλιά κάποια νεότερα- μπορούν να διακριθούν σε κατηγορίες όπως:

  1. Προβλήματα στην κοινή (εμπειρική) ονομασία χημικών ουσιών.
  2. Δυσκολίες στην απόδοση ονομασίας τάξεων χημικών ενώσεων και χημικών προϊόντων που οφείλονται στην ανάμιξη και συχνά διασταυρούμενες αποδόσεις προθεμάτων λατινικής και ελληνικής προέλευσης.
  3. Το πρόβλημα των αρκτικόλεξων και ακρωνύμων.
  4. Ποικιλία στις αποδόσεις και χρήση βασικών χημικών όρων μεταξύ των ιδίων των Τμημάτων Χημείας διαφορετικών ελληνικών πανεπιστημίων.
  5. Ορολογικώς προβληματικές αποδόσεις βασικών ονομασιών τεχνικών και οργάνων στη χημική οργανολογία.
  6. Διασταυρούμενες αποδόσεις βασικών στατιστικών όρων

 

Προβλήματα στην ελληνική χημική ονοματολογία

Η ελληνική ονοματολογία των χημικών ενώσεων επηρεάσθηκε κυρίως από τη Γερμανική ορολογία, δεδομένου ότι τη Χημεία στο Νεοελληνικό κράτος  δίδαξανπρώτα Γερμανοί, όπως ο Φαρμακοποιός Xavier Landerer (1809-1885) ή ‘Ελληνες που είχαν σπουδάσει Χημεία στη Γερμανία, η οποία ήταν η χώρα που κυριαρχούσε στην Επιστήμη αυτή μέχρι περίπου τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο γνωστότερος από αυτούς υπήρξε ο Αναστάσιος Χριστομάνος (1841-1906), ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί ως ο ιδρυτής της Χημείας, ως ξεχωριστού κλάδου στην Ελλάδα, όπως ήταν εκείνος ο οποίος εισηγήθηκε και επέτυχε την ίδρυση της Φυσικομαθηματικής Σχολής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στις ενέργειες του Χριστομάνου οφείλεται η ανέγερση του ονομαζόμενου σήμερα «Παλαιού Χημείου» στην οδό Σόλωνος. του πρώτου κτηρίου που κατασκευάστηκε με προδιαγραφές διδασκαλίας και εργαστηριακής εκπαίδευσης στη Χημεία.

 

Οι ονομασίες των δύο πλέον κοινών μετάλλων της ομάδας των αλκαλίων, ως νάτριο (αριστερά) και κάλιο (δεξιά) και όχι ως σόδιο και ποτάσσιο αποτελεί μια από τις αποδείξεις της επίδρασης της Γερμανικής γλώσσας στην αρχική ελληνική χημική ονοματολογία.

Την επίδραση της Γερμανικής τη διακρίνουμε αμέσως στην ελληνική ονομασία μερικών κοινών χημικών στοιχείων. Έτσι, στα ελληνικά έχουμε τις ονομασίες των στοιχείων νάτριο και κάλιο, και όχι τις προερχόμενες από τις ονομασίες sodiumκαι potassium, που έχουν καθιερωθεί τόσο στην Αγγλική, όσο και σε όλες τις λατινογενείς γλώσσες.

Την επίδραση της Γερμανικής τη συναντούμε και στην ελληνική απόδοση ορισμένων βασικών οργανικών ενώσεων. ‘Ετσι, μιλούμε για βενζόλιο και τολουόλιο (Γερμανικά:Benzol, Toluol) και όχι για βενζένιο και τολουένιο (Αγγλικά:benzene, toluene). Ωστόσο, για την ονοματολογία απλών ενώσεων, όπως τα άλατα, δεν επικράτησε το «Γερμανικό μοντέλο» της σύνθετης μονολεκτικής απόδοσης. Μόνο σε παλαιά ελληνικά συγγράμματα θα συναντήσουμε π.χ. το NaCl ως «νατριοχλωρίδιο (Γερμανικά: Natriumchlorid). Στο πλαίσιο της γενικής χρήσης του ανιόντος ως επίθετο (π.χ. νιτρικό νάτριο), επιχειρήθηκε και η επέκτασή της στα δυαδικού χαρακτήρα άλατα, όπως τα αλογονίδια και τα σουλφίδια μετάλλων. ‘Ετσι, έγινε ευρύτατη χρήση που καθιέρωσε την κατάληξη -ούχο (από το έχω, περιέχω). ‘Ολος ο κόσμος σήμερα γνωρίζει το χλωριούχο νάτριο, αν και η ορθότερη ονομασία του χλωρίδιο του νατρίου είναι αυτή που συναντούμε σε ξενόγλωσσα συγγράμματα (Αγγλικά: sodium chloride, Γαλλικά: chlorure de sodium, Ιταλικά: cloruro di sodio). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η «παραδοσιακή» κατάληξη -ούχο ταιριάζει περισσότερο σε μίγματα παρά σε χημικές ενώσεις. Έτσι, το χλωριούχο ύδωρ είναι μίγμα, ενώ το χλωριούχο νάτριο είναι χημική ένωση. Ο φωσφορούχος χαλκός είναι κράμα χαλκού με περίπου 1% περιεκτικότητα σε φωσφόρο (στη μορφή φωσφιδίου χαλκού), ενώ το φωσφίδιο του γαλλίου (και όχι φωσφορούχο γάλλιο) είναι χημική ένωση με τύπο GaP. Η ελληνική γλώσσα χρησιμοποιείται ευρύτατα στην ονομασία χημικών ουσιών αλλά και χημικών φαινομένων ήδη από την εποχή των αλχημιστών, αλλά συστηματικά πλέον από τον 19ο αιώνα. Πρωτεργάτης της γενικευμένης χρήσης όρων ελληνογενούς προέλευσης για την περιγραφή χημικών φαινομένων (π.χ. catalysis, polymerism, isomerism, allotropism) μπορεί να θεωρηθεί ο διάσημος Σουηδός χημικός Berzelius (1779-1848). Οι πρώτοι ‘Ελληνες Καθηγητές Χημείας στα συγγράμματά τους χρησιμοποίησαν ωραίες καθαρά ελληνογενείς αποδόσεις σε κοινές ονομασίες πλήθους απλών οργανικών ενώσεων και κυρίως οργανικών οξέων. Ωστόσο, με λύπη μας διαπιστώνουμε ότι οι αποδόσεις αυτές σταδιακά εγκαταλείπονται από τις νεότερες γενιές χημικών.

Τυπικά παραδείγματα σχετικά προσφάτων αντικαταστάσεων «παραδοσιακών» ελληνογενών όρων με λατινογενείς ονομασίες:

φορμικό οξύ (formic acid)

μαλονικό οξύ (malonic acid)

σουκινικό οξύ (succinic acid)

πυρουβικό οξύ (pyruvic acid)

μανδελικό οξύ (mandelic acid)

αντί του

αντί του

αντί του

αντί του

αντί του

μυρμηκικό οξύ

μηλονικό οξύ

ηλεκτρικό οξύ

πυροσταφυλικό οξύ

αμυγδαλικό οξύ

Θα μπορούσα να αναφερθώ σε μεγάλο αριθμό «παραδοσιακών» ελληνικών ονομασιών κοινών ενώσεων που εξαφανίστηκαν οριστικά. Κανείς πλέον δεν αναφέρεται στο δαφνικό οξύ, στο φοινικικό οξύ, στο φελλικό οξύ, στο καπνικό οξύ και στο ιτεϋλικό οξύ, όλοι όμως γνωρίζουν το λαουρικό οξύ, το παλμιτικό οξύ, το σουβερικό οξύ, το φουμαρικό οξύ και το σαλικυλικό οξύ, αντίστοιχα.

 

 Το σαλικυλικό οξύ βρίσκεται ως γλυκοζίτης στον φλοιό της ιτιάς «κλαίουσας» (Salix Alba «Tristis»). Η ελληνογενής ονομασία ιτεϋλικό οξύ έχει προ πολλού αντικατασταθεί από τη λατινογενή.

Το σουβερικό οξύ (1,8-οκτανοδιοϊκό οξύ) είναι ένα από τα προϊόντα οξείδωσης του φλοιού του φελλόδενδρου (quercus suber). Η ελληνογενής ονομασία φελλικό οξύέχει εγκαταλειφθεί προ πολλού.

Το παλμιτικό οξύ (δεκαεξανοϊκό οξύ), είναι το κύριο λιπαρό οξύ του ελαίου του κοκοφοίνικα (palm tree). Κανείς πλέον δεν θυμάται την παλαιά ελληνογενή ονομασίαφοινικικό οξύ

 Το μυρμηκικό οξύ, φυσικό αμυντικό όπλο των κόκκινων μυρμηγκιών (formicae), σε ελληνικές μεταφράσεις συγγραμμάτων οργανικής χημείας έχει αρχίσει να αναφέρεται με τη λατινογενή ονομασία φορμικό οξύ.

 Το b (1,4-βουτανοδιοϊκό οξύ), ένα από τα προϊόντα οξείδωσης του ηλέκτρου (κεχριμπάρι, λατ. succinum). Η ελληνογενής ονομασία του αντικαθίσταται σταδιακά από τη λατινογενή σουκ(ξ)ινικό οξύ.

Το τρυγικό οξύ, του οποίου το όξινο άλας με κάλιο είναι το κύριο συστατικό της τρυγίας (λατ. tartarum), έχει αρχίσει να αναφέρεται σε ελληνικά χημικά και άλλα κείμενα ως ταρταρικό οξύ.

Δυσκολίες στις ελληνικές αποδόσεις ονομασιών χημικών ουσιών

Είναι ωστόσο γεγονός ότι για ορισμένους σχετικά νεότερους χημικούς όρους κάθε απόπειρα απόδοσής τους στα ελληνικά θα μπορούσε να δημιουργήσει προβλήματα και συγχύσεις. Οι ξένοι χρησιμοποιούν συχνά προθέματα από την ελληνική και λατινική γλώσσα για να δημιουργήσουν όρους και ονομασίες διαφορετικών πραγμάτων. Τυπικά παραδείγματα:

Στη διεθνή βιβλιογραφία διαφοροποιούνται πλήρως τα προθέματα: per (από το ελληνικό υπέρ) και super (λατινικής προέλευσης προέλευσης).

‘Ετσι έχουμε τα per-oxides (υπεροξείδια, ενώσεις με τον υπεροξειδικό δεσμό -Ο-Ο-) και τα super-oxides (αποδίδονται συνήθως ως σουπεροξείδια ή υπερ-υπερ-οξείδια), άλατα ή ενώσεις του ανιόντος Ο2. Έτσι, η άμεση απόδοση του sodium superoxide (NaO2) ως υπεροξείδιο του νατρίου θα ήταν εσφαλμένη, αφού ως υπεροξείδιο του νατρίου ονομάζουμε την ένωση Na2O2.

Εδώ βλέπουμε ότι υπάρχει ένα είδος διασταύρωσης στις αποδόσεις, που εύκολα μπορεί να οδηγήσει σε παρανοήσεις. Ίσως θα ήταν σωστότερο στη συγκεκριμένη περίπτωση να κρατηθούν ως έχουν τα λατινογενή προθέματα.

Ανάλογες δυσκολίες έχουμε σε συνθετικά που προέρχονται από εμπειρικές ονομασίες ενώσεων. Τυπικό παράδειγμα αποτελεί η διαφοροποίηση στην αγγλική π.χ. των gluco και glyco που στα ελληνικά αποδίδονται και τα δύο ως γλυκο-. ‘Ετσι έχουμε τον όρο γλυκοζίτης (απόδοση του glycoside), που αφορά τη γενική ονομασία των ενώσεων οι οποίες προκύπτουν με τη σύνδεση ενός οποιουδήποτε υδατάνθρακα με ένα άλλο μόριο (το «άγλυκο» τμήμα) με «γλυκοζιτικό δεσμό» (μέσω του α- ή β-ανωμερικού υδροξυλίου) και τον περιφραστικό όρο γλυκοζίτης γλυκόζης (απόδοση του glucoside), που αφορά ειδικά τους γλυκοζίτες, όπου ο υδατάνθρακας είναι η γλυκόζη.

‘Αλλο παράδειγμα αποτελεί το πρόβλημα της απόδοσης στην Ελληνική, ουσιών με ονομασίες όπου γίνεται χρήση των λατινικών προθημάτων pre- και pro-. Εδώ τα πράγματα περιπλέκονται ακόμη περισσότερο: τα pre-biotics (θρεπτικά υλικά που βοηθούν στην ανάπτυξη χρήσιμων για την πέψη μικροοργανισμών) θα έπρεπε να αποδοθούν ως προ-βιοτικά (πριν από τη ζωή). Αντίστοιχα, τα pro-biotics (ζώντες μικροοργανισμοί οι οποίοι βοηθούν στην απορρόφηση θρεπτικών συστατικών, όπως αυτοί που υπάρχουν στο γιαούρτι) θα έπρεπε να αποδοθούν ως υπερ-βιοτικά, δηλαδή άμεση μετάφραση θα οδηγούσε στα:

pre-biotics: προ-βιοτικά
pro-biotics: υπερ-βιοτικά (τελικά χρησιμοποιείται: ο όρος ευ-βιοτικά)

 

Αυστηρή ελληνική απόδοση στα ελληνικά των probiotics είναι υπερβιοτικά, ενώ των prebiotics είναι προβιοτικά. Αν ακολουθηθούν αυτές οι αποδόσεις, πόσο πιθανές είναι οι συγχύσεις και τα μεταφραστικά σφάλματα;

Τα αρκτικόλεξα πρέπει να αποδίδονται στην Ελληνική;

Μεταξύ των όρων που δεν θα πρέπει να επιχειρηθεί η απόδοση στα ελληνικά, περιλαμβάνονται κατά τη γνώμη μου διεθνώς καθιερωμένα αρκτικόλεξα πολλών τεχνικών, μεθόδων και όρων γενικότερα. Και η Χημεία είναι γεμάτη από αρκτικόλεξα.

Για παράδειγμα, αν αναφερθούμε στην τεχνική ΠΜΣ κανείς δεν θα καταλάβει ότι αναφερόμαστε στον «Πυρηνικό Μαγνητικό Συντονισμό», αλλά όλοι θα καταλάβουν αν αναφερθούμε στην τεχνική διεθνώς γνωστή ως NMR. Αν αναφερθούμε στη τεχνική ΑΧ/ΦΜ ίσως να μη γίνει αντιληπτό ότι αναφερόμαστε στην τεχνική συνδυασμού αεριοχρωματογραφίας – φασματοσκοπίας μαζών, διεθνώς γνωστή ως GC/MS.

 

Ασυμφωνίες στην απόδοση βασικών χημικών εννοιών

Το κάθε Τμήμα Χημείας των Ελληνικών Πανεπιστημίων έχει δημιουργήσει μια δική του σχολή ορολογίας ακόμη και σε βασικούς όρους. Για παράδειγμα, όταν ακούμε συναδέλφους να μιλούν για σύμπλοκες ενώσεις ή για ενώσεις συναρμογής ή για ενώσεις συντονισμού (όλες οι αποδόσεις σωστές στην ουσία τους) είμαστε σχεδόν βέβαιοι από ποιο Πανεπιστήμιο έχουν αποφοιτήσει.

Αυτό δεν δημιουργεί ιδιαίτερα προβλήματα, αφού όλες οι αποδόσεις είναι αποδεκτές και αντίστοιχη ποικιλία αποδόσεων συναντούμε συχνά και σε ξενόγλωσσα συγγράμματα, καλό όμως θα ήταν οι αποδόσεις σιγά-σιγά να προσεγγίζουν.

 

Προβληματικές αποδόσεις από τη Χημική Οργανολογία

Κατά τα τελευταία 50 χρόνια σημαντικότατη υπήρξε η ανάπτυξη των ονομαζόμενων «Ενόργανων Αναλυτικών Τεχνικών». Ωστόσο, όταν οι τεχνικές αυτές άρχισαν να διδάσκονται και να χρησιμοποιούνται στη χώρα μας, δεν δόθηκε ιδιαίτερη προσοχή στις Ελληνικές αποδόσεις και τώρα προσπαθούμε σταδιακά να τις διορθώσουμε.

Τυπικό παράδειγμα αποτελούν οι ευρύτατα χρησιμοποιούμενες τεχνικές gas-chromatography και liquid-chromatography, οι οποίες καθιερώθηκαν ωςαέρια χρωματογραφία και υγρή χρωματογραφία, τα δε αντίστοιχα όργανα αέριος χρωματογράφος και υγρός χρωματογράφος.

Ίσως ξενίζει σε κάποιο βαθμό το ότι ένα όργανο στέρεο και συμπαγές να ονομάζεται αέριος χρωματογράφος. Εδώ και αρκετά χρόνια, έχουμε αρχίσει την αντικατάσταση των παραπάνω ονομασιών, και όπου αυτό είναι δυνατόν, με σύνθετες λέξεις: αεριοχρωματογραφία, υγροχρωματογραφία, αεριοχρωματογράφος, υγροχρωματογράφος.

 

Αεριοχρωματογράφος (αριστερά) και υγροχρωματογράφος (δεξιά). Κάπως παράδοξο να διατηρούνται ονομασίες που χαρακτηρίζουν το πρώτο όργανο ως «αέριο» (αέριος χρωματογράφος) και το δεύτερο ως «υγρό» (υγρός χρωματογράφος).

Βασικοί στατιστικοί όροι

Η ουσία της Χημείας είναι η Σύνθεση και η Ανάλυση. Yπηρετώ κυρίως το δεύτερο. Ως αναλυτικός χημικός κάνω μετρήσεις και φυσικά χρειάζεται να επεξεργαστώ στατιστικά τις μετρήσεις αυτές για να μπορέσω να χαρακτηρίσω τα σφάλματα των μετρήσεων ως «τυχαία» ή «συστηματικά» και σε κάποια»στάθμη εμπιστοσύνης».

Με λυπεί το γεγονός ότι είμαι υποχρεωμένος να χρησιμοποιώ αποδόσεις που διαφέρουν από εκείνες που χρησιμοποιούν οι ίδιοι οι ειδικοί στατιστικοί επιστήμονες. Αναφέρομαι στους θεμελιώδεις στατιστικούς όρους precision και accuracy. Στην αγγλική οι όροι αυτοί μπορούν σε κάποιο βαθμό (όχι όμως πλήρως) να θεωρηθούν ταυτόσημοι. Ωστόσο, στη στατιστική των μετρήσεων διαφοροποιούνται πλήρως και σαφώς μεταξύ τους.

Σε θέματα στατιστικής μετρήσεων, για τον όρο precision χρησιμοποιούσαμε την απόδοση ακρίβεια και  για τον όρο accuracy την απόδοση: ορθότητα. Ωστόσο, σε θέματα ελέγχου ποιότητας και επικύρωσης αναλυτικών μεθόδων, είμαστε υποχρεωμένοι πλέον (με βάση υπουργικές αποφάσεις) τον όροprecision να τον αποδίδουμε ως πιστότητα και τον όρο accuracy ως ακρίβεια.

Και πού πήγε ο όρος «ορθότητα»; Σύμφωνα με τις ίδιες αποφάσεις ως «ορθότητα» πρέπει να αποδίδουμε τον όρο trueness, δηλ. τη συμφωνία μεταξύ της μέσης τιμής πολλών μετρήσεων με την πραγματική, ενώ την πλήρως αναλογική απόδοση του αγγλικού όρου, δηλ. τον όρο αληθότητα δεν τονχρησιμοποιούμε πουθενά. Στο επόμενο σχήμα δείχνεται το κλασικό διάγραμμα που διαφοροποιεί τους όρους accuracy και precision, ενώ στον δείνονται οι μεταφραστικές περιπλανήσεις αυτών των όρων.

Το ερώτημα είναι πώς θα πρέπει να αποδώσουμε στην Ελληνική τον όρο fidelity (= πιστότητα) αν τύχει και βρεθεί στο ίδιο κείμενο με τον όρο «precision». Η γνώμη μου είναι ότι γενικά θα πρέπει κατά το δυνατόν να αποφεύγονται αποδόσεις και πρωτοτυπίες, που δεν συνδέονται άμεσα με τη ρίζα του εισαγόμενου ξενόγλωσσου όρου, γιατί μπορεί να βρεθούμε στο μέλλον προ δυσάρεστων εκπλήξεων, που θα μας υποχρεώνουν να αλλάξουμε καθιερωμένες αποδόσεις.

 

Αριστερά: Η κλασική παράσταση διαφοροποίησης των όρων accuracy και precision. Δεξιά: Οι ελληνικές αποδόσεις των δύο υτών βασικών στατιστικών όρων.

Αντιστοίχως, για τον κοινότατο (για τις διαδικασίες μετρήσεων) όρο calibration (βαθμονόμηση), ενώ στα αγγλικά κείμενα αναφέρεται μόνο έτσι, στα ελληνικά κείμενα έχει «εφευρεθεί» ο όρος διακρίβωση (απόδοση η οποία περισσότερο ταιριάζει στον αγγλικό όρο verification), που διαφοροποιείται από τον όρο «βαθμονόμηση», κατά το ότι αναφέρεται στη βαθμονόμηση σε διαδικασίες ποιοτικού ελέγχου και διαπίστευσης εργαστηρίων. Το ερώτημα είναι πώς οι μεταφραστές θα διαφοροποιήσουν στην αγγλική τις δύο ελληνικές αποδόσεις, αν έχουν την ατυχία να συναντήσουν και τους δύο όρους (βαθμονόμηση, διακρίβωση) στο ίδιο κείμενο.

Συνοψίζοντας

Στη Χημεία, όπως συμβαίνει και σε όλες τις Θετικές Επιστήμες, κατακλυζόμαστε καθημερινά με νέους όρους. Πιστεύω πως δεν πρέπει να προτείνουμε πρόχειρες και βιαστικές αποδόσεις, που δεν έχουν εξετασθεί από ειδικευμένους στην ορολογία επιστήμονες και δεν έχουν φυσικά τη μέγιστη δυνατή αποδοχή.

Σημαντικό είναι κατά τη απόδοση ενός νέου ξενόγλωσσου όρου, να τηρείται κατά το δυνατόν η αρχή της αναλογικότητας. Δηλαδή, να μην «ξεφεύγουμε» νοηματικά από τον όρο αυτό, όπως έρχεται από το πρωταρχικό ξενόγλωσσο κείμενο (όπου πρωτοεμφανίζεται και κατά κάποιο τρόπο «καθιερώνεται» ο νέος όρος), επιδιώκοντας πρωτοτυπίες και «προσωπικών προτιμήσεων» αδόκιμες αποδόσεις, χωρίς τη συμβουλή ειδικών σε θέματα ορολογίας.

Στο Τμήμα Χημείας του Πανεπιστημίου Αθηνών, από το 1998 λειτουργεί ένα επιγραμμικό (on-line) Αγγλοελληνικό Λεξικό Χημικών Όρων, το οποίο αυτή τη στιγμή περιλαμβάνει περισσότερα από10.000 λήμματα (http://webapps.chem.uoa.gr/e-dictionary/). Σε πολλά από αυτά, εκτός από τις διάφορες ελληνικές αποδόσεις, υπάρχει και ένα σύντομο σχόλιο, επεξήγηση ή ένας ορισμός. Σε πολλές περιπτώσεις περιλαμβάνονται και διευκρινιστικά σχήματα, διαγράμματα, συντακτικοί τύποι χημικών ενώσεων κ.α.

Στα ηλεκτρονικά αρχεία χρήσης (logfiles) φαίνονται τα αναζητούμενα λήμματα, όπως και το πόσες φορές εμφανίζεται ο όρος αυτός στη βάση δεδομένων του επιγραμμικού λεξικού. Αν διαπιστωθεί ότι αναζητείται κάποιος όρος ευρύτερης χρησιμότητας και δεν περιλαμβάνεται στο λεξικό, σύντομα ο όρος αυτός προστίθεται στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων του λεξικού, αφού συμβουλευθούμε τους πλέον ειδικούς στο σχετικό πεδίο συναδέλφους.

Το λεξικό αυτό ως συλλογή και μόνο όρων θα μπορούσε να βοηθήσει προς την κατεύθυνση της άρσης των διαφορών στις αποδόσεις βασικών χημικών όρων και σε καμία περίπτωση δεν προτείνει οριστικές αποδόσεις.

Τυπική περίπτωση δημιουργίας επιτυχούς νέου όρου: Μικρορρευστονική. ‘Ορος ο οποίος προτάθηκε από την Ελληνική Εταιρεία Ορολογίας (ΕΛΕΤΟ) ως απόδοση του αγγλικού όρου microfluidics σε αντικατάσταση των μάλλον προβληματικών αποδόσεων, όπως μικρορροϊκή και μικρορρευστομηχανική.Φωτογραφία: [πηγή].